επιτέρμιος

ἐπιτέρμιος, -ον (Α)
αυτός που βρίσκεται στο τέρμα
κατά τον Ησύχ. προσωνυμία τού Ερμή ως θεού τών ορίων.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιτέρμιος — at the limits masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτέρμιον — ἐπιτέρμιος at the limits masc/fem acc sg ἐπιτέρμιος at the limits neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοὐπιτέρμιον — ἐπιτέρμιον , ἐπιτέρμιος at the limits masc/fem acc sg ἐπιτέρμιον , ἐπιτέρμιος at the limits neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.